Τελευταία Νέα
Διεθνή

Το μοναδικό όπλο που οι ΗΠΑ αρνούνται να πουλήσουν - Χαρίζουν δισεκατομμύρια σε Γαλλία, Γερμανία

Το μοναδικό όπλο που οι ΗΠΑ αρνούνται να πουλήσουν - Χαρίζουν δισεκατομμύρια σε Γαλλία, Γερμανία

Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία διαθέτουν από 66 υποβρύχια - Η διαφορά είναι ότι η Ρωσία επιχειρεί μείγμα συμβατικών πετρελαιοηλεκτρικών και πυρηνοκίνητων υποβρυχίων, ενώ όλα τα αμερικανικά υποβρύχια είναι πυρηνοκίνητα

Σχετικά Άρθρα

Εδώ και δεκαετίες οι ΗΠΑ κυριαρχούν στις παγκόσμιες εξαγωγές οπλικών συστημάτων, αποκομίζοντας εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια από την αμυντική βιομηχανία τους.  Υπάρχει όμως ένα πανίσχυρο όπλο που η Ουάσιγκτον αρνείται συστηματικά να διαθέσει στη διεθνή αγορά, ακόμη και όταν πρόκειται για στενούς συμμάχους της.
Η επιλογή αυτή αφήνει πολύτιμα συμβόλαια να καταλήγουν σε ανταγωνιστές όπως η Γερμανία και η Γαλλία, οι οποίες κυριαρχούν πλέον στις μεγαλύτερες διεθνείς συμφωνίες για υποβρύχια, ενώ οι ΗΠΑ προτιμούν να προστατεύσουν την τεχνολογική και στρατηγική τους υπεροχή αντί να διεκδικήσουν δισεκατομμύρια δολάρια σε εξαγωγές.

Το… παράδοξο των ΗΠΑ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν τον μεγαλύτερο εξαγωγέα αμυντικού εξοπλισμού στον κόσμο για περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Σύμφωνα με το SIPRI (Stockholm International Peace Research Institute), οι ΗΠΑ αντιπροσώπευσαν το 42% των παγκόσμιων εξαγωγών οπλικών συστημάτων την περίοδο 2021-2025. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι, η Γαλλία, ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας όπλων παγκοσμίως, κατείχε μόλις το 9,8% της αγοράς κατά την ίδια περίοδο.
Ωστόσο, παρά την κυριαρχία τους στις παγκόσμιες εξαγωγές όπλων, οι ΗΠΑ απουσιάζουν από μια ιδιαίτερα επικερδή κατηγορία οπλικών συστημάτων, η οποία θα μπορούσε να αποφέρει δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον εσόδων στις αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες.
Το παράδοξο είναι ότι η Ουάσιγκτον παραμένει εκτός αυτής της αγοράς, παρότι διαθέτει την κορυφαία τεχνολογία στον συγκεκριμένο τομέα εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια.
Στις 6 Ιουλίου, ο Καναδάς φέρεται να επέλεξε τη γερμανική TKMS έναντι της νοτιοκορεατικής Hanwha για το πρόγραμμα Canadian Patrol Submarine Project (CPSP), αξίας σχεδόν 30 δισ. δολαρίων.
Παράλληλα, η Ινδία βρίσκεται στο τελικό στάδιο υπογραφής μεγάλης συμφωνίας με την ThyssenKrupp Marine Systems (TKMS) για το πρόγραμμα Project 75(I). Και οι δύο χώρες αποτελούν στρατηγικούς εταίρους των ΗΠΑ. Επομένως, εύλογα προκύπτει το ερώτημα γιατί οι αμερικανικές αμυντικές εταιρείες δεν συμμετείχαν καν στη διεκδίκηση αυτών των συμφωνιών πολλών δισεκατομμυρίων.
Και αυτό, παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν όχι μόνο τον μεγαλύτερο στόλο υποβρυχίων στον κόσμο, αλλά και ορισμένα από τα πλέον προηγμένα υποβρύχια.

ΗΠΑ και Ρωσία διαθέτουν από 66 υποβρύχια

Σύμφωνα με τον δείκτη Global Firepower Index 2026, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία διαθέτουν από 66 υποβρύχια.
Η διαφορά είναι ότι η Ρωσία επιχειρεί μείγμα συμβατικών πετρελαιοηλεκτρικών και πυρηνοκίνητων υποβρυχίων, ενώ όλα τα αμερικανικά υποβρύχια είναι πυρηνοκίνητα.
Η Κίνα ακολουθεί με 61 υποβρύχια, επίσης με συνδυασμό συμβατικών και πυρηνοκίνητων μονάδων.
Την ίδια στιγμή, η Ρωσία (και προηγουμένως η Σοβιετική Ένωση) έχει εξαγάγει υποβρύχια σε χώρες όπως η Αλγερία, η Βουλγαρία, η Κίνα, η Κούβα, η Αίγυπτος, η Ινδία, η Ινδονησία, το Ιράν, η Βόρεια Κορέα, η Πολωνία, η Ρουμανία, η Συρία, η Βενεζουέλα και το Βιετνάμ. Η Κίνα έχει προμηθεύσει υποβρύχια στο Πακιστάν, τη Μιανμάρ, το Μπαγκλαντές και την Ταϊλάνδη.
Αντίθετα, οι ΗΠΑ, παρά το τεχνολογικό τους προβάδισμα, δεν έχουν εξαγάγει ούτε ένα υποβρύχιο τα τελευταία 50 χρόνια. Η τελευταία εξαγωγή αμερικανικού υποβρυχίου πραγματοποιήθηκε το 1973 προς την Ταϊβάν. Έτσι, γεννάται το ερώτημα: γιατί η μεγαλύτερη εξαγωγική δύναμη στον χώρο των όπλων δεν έχει πουλήσει ούτε ένα υποβρύχιο επί μισό αιώνα;

Η εποχή που οι ΗΠΑ εξήγαν υποβρύχια

Οι ΗΠΑ δεν ήταν πάντοτε αρνητικές στις εξαγωγές υποβρυχίων.
Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αναδείχθηκαν σε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς υποβρυχίων παγκοσμίως.
Κατά τη διάρκεια του πολέμου κατασκεύασαν περισσότερα από 200 υποβρύχια και, όταν ολοκληρώθηκαν οι επιχειρήσεις, διέθεταν 232 υποβρύχια σε ενεργό υπηρεσία.
Λίγα χρόνια αργότερα, με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, οι ΗΠΑ ξεκίνησαν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του στόλου τους.
Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος απέσυραν εκατοντάδες πετρελαιοηλεκτρικά υποβρύχια κλάσεων Balao και Tench, τα οποία είχαν κατασκευαστεί στα τελευταία χρόνια του πολέμου. Έτσι δημιουργήθηκε ένα μεγάλο απόθεμα παροπλισμένων υποβρυχίων.
Την ίδια περίοδο, η Ουάσιγκτον χρηματοδοτούσε την ανοικοδόμηση της Ευρώπης μέσω του Σχεδίου Μάρσαλ και ενίσχυε τις στρατιωτικές δυνατότητες των ευρωπαϊκών συμμάχων της, ώστε να δημιουργηθεί αποτελεσματική αποτροπή απέναντι στη Σοβιετική Ένωση.
Στο πλαίσιο αυτό αποφασίστηκε η μεταβίβαση των παλαιότερων συμβατικών υποβρυχίων στους συμμάχους.
Μεταξύ 1950 και 1970, οι ΗΠΑ εξήγαγαν σχεδόν 50 υποβρύχια σε χώρες όπως η Τουρκία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ελλάδα, η Ολλανδία, ο Καναδάς, η Ταϊβάν και άλλες. Μάλιστα, την περίοδο 1945-1975, οι ΗΠΑ αντιπροσώπευαν περίπου το 25% των παγκόσμιων εξαγωγών συμβατικών υποβρυχίων. Τα περισσότερα από αυτά ήταν υποβρύχια κλάσης Balao, που είχαν ναυπηγηθεί κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το 1954, όμως, οι ΗΠΑ καθελκύουν το USS Nautilus (SSN-571), το πρώτο πυρηνοκίνητο υποβρύχιο στον κόσμο, εγκαινιάζοντας τη νέα εποχή.
Τα πυρηνοκίνητα υποβρύχια διαθέτουν σημαντικά πλεονεκτήματα: πρακτικά απεριόριστη αυτονομία, δυνατότητα παραμονής σε κατάδυση για μήνες, υψηλές σταθερές υποβρύχιες ταχύτητες και επιχειρησιακή εμβέλεια σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Μετά την εμφάνιση του Nautilus, οι ΗΠΑ άρχισαν σταδιακά να εγκαταλείπουν τα συμβατικά υποβρύχια. Μετά το 1954 κατασκεύασαν μόλις τρία υποβρύχια κλάσης Barbel με πετρελαιοηλεκτρική πρόωση.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όλα τα νέα επιθετικά υποβρύχια του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού ήταν πλέον πυρηνοκίνητα.
Το τελευταίο συμβατικό επιθετικό υποβρύχιο, το USS Blueback, αποσύρθηκε το 1990, αφήνοντας το αμερικανικό ναυτικό να επιχειρεί αποκλειστικά με πυρηνοκίνητα υποβρύχια.

Γιατί οι ΗΠΑ δεν εξάγουν πυρηνοκίνητα υποβρύχια

Τα αμερικανικά πυρηνοκίνητα υποβρύχια θεωρούνται κορυφαία στην κατηγορία τους. Ωστόσο, η Ουάσιγκτον δεν έχει εξαγάγει αυτή την τεχνολογία σχεδόν σε καμία χώρα για μια σειρά από λόγους.
Το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό διαχρονικά αντιτίθεται ακόμη και στην εξαγωγή συμβατικών υποβρυχίων, καθώς θεωρεί ότι η διάδοση της σχετικής τεχνολογίας θα δυσχέραινε την ασφαλή επιχειρησιακή δράση των αμερικανικών δυνάμεων στα παράκτια ύδατα παγκοσμίως.
Τα υποβρύχια περιλαμβάνονται στον Κατάλογο Πολεμικού Υλικού των ΗΠΑ και οι εξαγωγές τους διέπονται από αυστηρούς νόμους, όπως οι ITAR και ο Arms Export Control Act.
Όσον αφορά την πυρηνική πρόωση, οι περιορισμοί είναι ακόμη αυστηρότεροι, καθώς εφαρμόζονται και οι προβλέψεις του Atomic Energy Act.
Η τεχνολογία πυρηνικής πρόωσης, η τεχνολογία μείωσης ακουστικού ίχνους (quieting), τα προηγμένα σόναρ και τα συστήματα μάχης των αμερικανικών υποβρυχίων θεωρούνται από τα πλέον απόρρητα στρατιωτικά «διαμάντια» των ΗΠΑ.
Η Ουάσιγκτον έχει επιλέξει συνειδητά να μην διαδώσει αυτή την τεχνολογία, ώστε να διατηρήσει την υπεροχή της στον υποβρύχιο πόλεμο.
Μάλιστα, επί δεκαετίες αρνιόταν να τη μοιραστεί ακόμη και με στενούς συμμάχους, όπως η Γαλλία, η Ιαπωνία, η Ταϊβάν ή ο Καναδάς. Οι μοναδικές εξαιρέσεις είναι το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστραλία.
Με το Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει ειδική συμφωνία συνεργασίας στην πυρηνική πρόωση ήδη από το 1958, μέσω της US-UK Mutual Defense Agreement.
Οι ΗΠΑ προμήθευσαν τον αντιδραστήρα του πρώτου βρετανικού πυρηνοκίνητου υποβρυχίου, HMS Dreadnought, ενώ η συνεργασία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ωστόσο, πρόκειται για στρατηγική συνεργασία μεταξύ συμμάχων και όχι για εμπορική εξαγωγή.
Αντίστοιχα, το 2021 οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Αυστραλία υπέγραψαν τη συμφωνία AUKUS, μέσω της οποίας προβλέπεται η μεταβίβαση έως και τριών πυρηνοκίνητων υποβρυχίων κλάσης Virginia στην Αυστραλία από τις αρχές της δεκαετίας του 2030.
Ένας ακόμη σημαντικός λόγος είναι ότι η αμερικανική ναυπηγική βιομηχανία δυσκολεύεται ήδη να καλύψει τις ανάγκες του ίδιου του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού για υποβρύχια κλάσης Virginia. Στο πλαίσιο του προγράμματος εκσυγχρονισμού του στόλου, το αμερικανικό Ναυτικό επιδιώκει να εντάσσει δύο έως τρία νέα υποβρύχια Virginia κάθε χρόνο έως το 2043.

Η διεθνής πρακτική

Δεν είναι μόνο οι ΗΠΑ που αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη προσοχή την εξαγωγή πυρηνοκίνητων υποβρυχίων.
Σήμερα μόνο έξι χώρες διαθέτουν πυρηνοκίνητα υποβρύχια: οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ινδία.
Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, η Ρωσία (και παλαιότερα η Σοβιετική Ένωση) και το Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρούν με τέτοια υποβρύχια εδώ και περισσότερες από έξι δεκαετίες, υπάρχει μόλις ένα ουσιαστικό παράδειγμα μεταβίβασης πυρηνοκίνητου υποβρυχίου σε άλλη χώρα.
Η Σοβιετική Ένωση μίσθωσε στην Ινδία το πυρηνοκίνητο υποβρύχιο κλάσης Charlie I (K-43) την περίοδο 1988-1991, το οποίο εντάχθηκε στο ινδικό ναυτικό ως INS Chakra.
Αργότερα, η Ρωσία μίσθωσε στην Ινδία και ένα υποβρύχιο κλάσης Akula (Nerpa/K-152), το οποίο υπηρέτησε ως INS Chakra II από το 2012 έως το 2021.
Οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Κίνα και η Ινδία δεν έχουν εξαγάγει ούτε μισθώσει ποτέ πυρηνοκίνητο υποβρύχιο σε άλλη χώρα Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και η Κίνα αρνήθηκε να παραχωρήσει την τεχνολογία αυτή στον στενό της σύμμαχο, το Πακιστάν.
Σύμφωνα με έγγραφα που διέρρευσαν, το Ισλαμαμπάντ είχε ζητήσει επισήμως από το Πεκίνο τεχνολογία πυρηνοκίνητων υποβρυχίων και δυνατότητες πυρηνικής αποτροπής από τη θάλασσα απέναντι στην Ινδία.
Η Κίνα απέρριψε το αίτημα, επικαλούμενη τις διεθνείς δεσμεύσεις για τη μη διάδοση πυρηνικών όπλων και την αποφυγή μιας νέας περιφερειακής κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών. Αντί αυτού, προμηθεύει το Πακιστάν με οκτώ συμβατικά υποβρύχια κλάσης Hangor, στο πλαίσιο συμφωνίας ύψους περίπου 5 δισ. δολαρίων.
Καθώς οι ΗΠΑ δεν κατασκευάζουν πλέον συμβατικά πετρελαιοηλεκτρικά υποβρύχια και εξακολουθούν να αρνούνται την εξαγωγή πυρηνοκίνητων μονάδων ακόμη και προς στενούς συμμάχους τους, παραμένουν ουσιαστικά εκτός της παγκόσμιας αγοράς υποβρυχίων, στην οποία κυριαρχούν σήμερα χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ρωσία, η Κίνα και η Ισπανία. Με τα σημερινά δεδομένα, η κατάσταση αυτή δύσκολα αναμένεται να αλλάξει στο άμεσο μέλλον.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης